Με μεγάλη καθυστέρηση (λόγω της δίκης του Αντώνη Τσιπρόπουλου) κατάφερα να πάω στο Ineractive Marketing Conference που έγινε την περασμένη Παρασκευή στο Δαϊς. Έφτασα λίγο πριν το μεσημεριανό γεύμα, οπότε κατάφερα να δω λίγες από τις απογευματινές παρουσιάσεις.
Τον περισσότερο χρόνο τον ανάλωσα για κουβέντα με γνωστούς από το χώρο, αλλά και νέες γνωριμίες που είναι πάντα ό,τι σημαντικότερο έχει να σου προσφέρει μια τέτοια συνάντηση. Για αυτό το λόγο θέλω και να ευχαριστήσω τον Περικλή Βανικιώτη για την πρόσκληση που μου απέστειλε και μου έδωσε την ευκαιρία να συναντηθώ για μια ακόμη φορά με ανθρώπους του Internet αλλά και των Social Media.
Οι δύο παραπάνω λόγοι (καθυστερημένη άφιξη και networking με ανθρώπους) καθώς και η έλλειψη WiFi, δεν μου επέτρεψαν να κάνω λίγο live blogging όπως είχα κάνει πέρσι στην αντίστοιχη διοργάνωση.
Επίσης, η μεγάλη καθυστέρηση που υπήρξε στο πρόγραμμα είχε σαν αποτέλεσμα να μην μπορέσω να δω τον ομιλητή της Forrester που με ενδιέφερε ιδιαίτερα, καθώς η παρουσίαση του πρέπει να έγινε γύρω στις 7.00 – ώρα που εγώ ήδη έτρεχα σε άλλες υποχρεώσεις. Αλλά και η πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του Brian Kealy της Microsoft έγινε αρκετά αργά και δεν είχε το κοινό που έπρεπε – ευτυχώς την πρόλαβα στο μεγαλύτερο μέρος της.
Είναι ένα πρόβλημα αυτό. Δηλαδή, καταλαβαίνω ότι ο χορηγός μιας διοργάνωσης έχει σημασία καθώς δίνει τα λεφτά του. Και απαιτεί να μιλήσει σε ώρα που το κοινό είναι σίγουρα εκεί και θα τον ακούσει. Για το λόγο αυτό, οι πολύ ενδιαφέροντες και σημαντικοί ομιλητές που έρχονται από το εξωτερικό -αλλά δεν είναι χορηγοί, αντίθετα πληρώνονται κατά κανόνα- μπαίνουν στο τέλος των events και, όποιος προλάβει να τους δει, πρόλαβε.
Από την άλλη όμως, για ποιό λόγο γίνονται τέτοια events? Δεν γίνονται για να μπορέσει το κοινό που τα παρακολουθεί να εμπλουτίσει το μυαλό του με νέες ιδέες, που δεν τις ακούμε κάθε μέρα, και φεύγοντας να είμαστε ευχαριστημένοι γιατί η μέρα μας δεν χαραμίστηκε, αλλά επενδύθηκε στην απόκτηση νέων εμπειριών? Για τα “case studies” Ελληνικών εταιρειών (που στην πράξη δεν κάνουν κάτι ουσιαστικά καινούργιο) έχουμε πολλές ευκαιρίες να μάθουμε στη διάρκεια του χρόνου.
Το ερώτημα δηλαδή είναι: ποιός είναι ο πραγματικός πελάτης τέτοιων events? ο χορηγός ή το κοινό? Και αν είναι ο χορηγός, πόσο ισχυροποιείται το brand του (μέσα από τη χορηγία) αν ΔΕΝ είναι μέσα στο context μιας εκδήλωσης που κυρίαρχο χαρακτηριστικό της είναι η μετάδοση γνώσης και εμπειριών? Υπάρχει και κάτι άλλο. Αν υποβαθμίζουμε την παρουσία σημαντικών ξένων ομιλητών, πόσο εύκολο θα είναι στο μελλον να βρούμε τέτοιους και να τους καλούμε στα events που διοργανώνουμε? Γιατί είναι σίγουρο ότι τις εμπειρίες που έχουν ερχόμενοι εδώ, τις μεταδίδουν με κάθε τρόπο στους peers τους όταν γυρνάνε πίσω, και -στο τέλος- τα πάντα συζητούνται.
Πιστεύω ότι ο κλάδος των εταιρικών εκδηλώσεων στην Ελλάδα έχει πολύ ψωμί μπροστά του (με την έννοια των ευκαιριών), και θα υπάρξουν άνθρωποι ή εταιρείες που τα επόμενα χρόνια θα δοκιμάσουν πολλές νέες ιδέες. Και είμαι σίγουρος ότι θα δώσουν σημαντική ώθηση στον τρόπο που επικοινωνούμε, δικτυωνόμαστε, και κάνουμε business. Ήδη έχω στο μυαλό μου κάποιους που θα μπορούσαν να είναι η ανερχόμενη δύναμη, χωρίς να παραγνωρίζω τις δυνατότητες που έχουν οι παραδοσιακοί του χώρου να μετεξελιχθούν κάνοντας καινούργια πράγματα.
Από τις ελάχιστες ομιλίες που είδα μεγαλύτερη εντύπωση (οπως έγραψα) μου έκανε ο Brian Kealy καθώς μίλησε με πολύ πειστικό τρόπο για τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνουν τα social media. Βέβαια, δοκίμασα να τον εντοπίσω δικτυακά, να βρω το blog του, ή να τον βρω σε κάποιο social network. Το κάνω πάντα όταν συναντιέμαι από κοντά με ανθρώπους που βρίσκω ενδιαφέροντες. Δεν βρήκα τίποτα.
Η αναζήτηση στο Google έδωσε μόνο αναφορές σε αυτό το όνομα από διάφορες σελίδες, βρήκα ένα κενό προφίλ στο LinkedIn, αλλά και στο Technorati δεν υπήρχε καμία αναφορά σε blogs για το όνομά του. Είναι και ένα θέμα δηλαδή, αν θέλεις να μιλήσεις σε ένα κοινό για κάποιο αντικείμενο. Το προσεγγίζεις ακαδημαϊκά, ή το γνωρίζεις από μέσα? Στα Social Media, η ακαδημαϊκή προσέγγιση είναι λίγο προβληματική κατά τη γνώμη μου…
Εντύπωση μου έκανε και η ομιλία του Αντώνη Λυμπέρη. Όχι επειδή άκουσα κάτι ιδιαίτερο. Αλλά μου έδωσε την εντύπωση ενός επιχειρηματία που έχει αντιληφθεί πόσο μεγάλο είναι αυτό το Internet πράγμα που έρχεται, και μπορεί να επηρρεάσει καταλυτικά και τη δική του επιχειρηματική πραγματικότητα. Δεν το γνωρίζει το αντικείμενο, αλλά δείχνει αποφασισμένος να μπει στο χώρο και να επενδύσει στο άμεσο μέλλον. Αυτό μου ακούγεται καλό. Αρκεί να κατάλαβα σωστά….
Εν ολίγοις, φέτος ήταν καλύτερα από πέρσι (με εξαίρεση το wifi), και του χρόνου (ελπίζω) θα είναι καλύτερα από φέτος.







2 Σχόλια στο “IMC: πήγα κι εγώ”
Trackbacks/Pingbacks
[...] IMC: πήγα κι εγώ (Nylon) [...]
[...] IMC: πήγα κι εγώ Nylon [...]