Τις τελευταίες μέρες προσπαθώ να συνθέσω διαφορετικές αναφορές, διαβάσματα και εξελίξεις για να μπορέσω να καταλάβω τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτό που πολλοί συζητούν – “υπόγειες διεργασίες”, “κατάρρευση του πολιτικού συστήματος”, ή την υπόσχεση ότι κάτι νέο μπορεί να εμφανιστεί από όλα αυτά.
Τίποτε από όλα αυτά δεν μπορεί να είναι αποκομένο από τις νέες συνθέσεις απόψεων που δημιουργούνται μέσα στα Social Media, εκεί που πολλές χιλιάδες Έλληνες συναντώνται και ανακαλύπτουν τη δυναμική του We-Think (δείτε εδώ ένα πολύ ωραίο βίντεο πάνω στη λογική του βιβλίου του Leadbeater που έβαλε ο Βρυώνης εχθές – το We-Think είναι εξαιρετικά προτεινόμενο ανάγνωσμα).
Προχθές συζητούσα με πολύ καλό μου φίλο για το θέμα, και μου έλεγε ότι οι κινήσεις του Σημίτη το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει ακριβώς γιατί έχει αντιληφθεί (ο Σημίτης) ότι κάτι νέο θα προκύψει από τις διεργασίες, και θα ήθελε ο ίδιος να είναι το σύμβολο της αλλαγής που περιμένουμε. Τα ίδια διαβάζω και στις εφημερίδες χθες και σήμερα – για πολιτικό / εκδοτικό μπλοκ που προωθεί μια νέα ηγετική παρουσία του Σημίτη, η οποία μάλιστα θα κάνει “έναρξη” στις 4 Ιουλίου με την ομιλία του στον Πύργο.
Δεν μπορούσα παρά να διαφωνήσω απόλυτα. Μια αξιόπιστη νέα πρόταση, δεν μπορεί παρά να προέλθει από οριζόντιες συμμαχίες ανάμεσα σε δυνάμεις υγιείς με φρέσκες ιδέες, και οπωσδήποτε όχι από ανθρώπους που κουβαλάνε στην πλάτη τους μία από τις μεγαλύτερες πληγές της Ελληνικής κοινωνίας, την τεράστια ανακατανομή εισοδήματος στη χρηματιστηριακή φούσκα του 1999. Διευκρινίζω ότι δεν θεωρώ την κίνηση Τατούλη, Κουβέλη, Παπαγιαννάκη υποχρεωτικά ως μια “οριζόντια συμμαχία” που μπορεί να εξελιχθεί σε ασύμμετρο ανταγωνισμό (εξηγώ παρακάτω τι είναι), αλλά ως μια ένδειξη του πως μπορούν μελλοντικά να δημιουργηθούν οι οριζόντιες συμμαχίες στη βάση κοινών αρχών, και ανησυχιών ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις που ξεπερνούν τους υπάρχοντες κομματικούς διαχωρισμούς.
Το μυστικό για μια νέα, πραγματικά αξιόπιστη πρόταση, βρίσκεται στον ασύμμετρο ανταγωνισμό (ο όρος δημιουργήθηκε εδώ από το εξαιρετικό άρθρο του Umair Hague) που φέρνει μαζί της η ψηφιακή εποχή. Η ιδέα του φίλου μου για τη χρήση του Σημίτη ως ενός “brand” που θα περάσει πιο εύκολα στον κόσμο, απαντιέται από το τρόπο με τον οποίο χτίστηκε το brand του Obama μέσα σε μόλις ένα χρόνο, αλλά και το πως χτίστηκε το brand της Google.
Το είχαμε αναφέρει και στο τελευταίο Public Brain Lab με την Μπέττυ: η Coca Cola, το μεγάλο brand του 20ου αιώνα χρειάστηκε δεκαετίες και δισεκατομμύρια διαφήμισης για να γίνει αυτό που έγινε. Αντίθετα, η Google χρειάστηκε μόλις μια πενταετία και μηδέν διαφημιστική δαπάνη για να γίνει το ισχυρότερο brand στις αρχές του αιώνα μας. Τυχαίο? Κάθε άλλο. Ο Obama το αποδεικνύει.
Μέχρι χθές, ο ανταγωνισμός (πολιτικός ή επιχειρηματικός) κινούνταν σε μετρήσιμους και ελεγχόμενους κανόνες: ανάμεσα σε παίκτες με παρόμοια πλεονεκτήματα ή πρόσβαση σε παρόμοια κέντρα αποφάσεων και εξουσίας (κάθε είδους). Όποιος δεν είχε πρόσβαση σε αυτά τα κέντρα, πολύ απλά δεν υπήρχε. Coca vs Pepsi, Καραμανλήδες vs Παπανδρέου, κοκ. Έτσι παίζεται το παιχνίδι σήμερα.
Οποιοσδήποτε μπορεί να πιστέψει ότι χρειάζεται να γίνει μέρος ενός ισχυρού brand για να μπορέσει να επιβιώσει. Όμως, από εδώ και πέρα θα αρχίσουμε να βλέπουμε την εμφάνιση των “ασύμμετρων ανταγωνιστών” – ανθρώπων, εταιρειών startups, πολιτικών(ανθρώπων), ιδεών, κλπ. – οι οποίοι θα μπορούν να ανοίγονται γρήγορα σε μεγάλες μάζες ανθρώπων για ένα κυρίως λόγο: το κόστος και η δυσκολία να μιλήσεις με μεγάλη πλήθη είναι πλέον πολύ μικρά, σχεδόν μηδενικά. Δεν χρειάζεσαι λεφτά για αγορά χρόνου σε (ελεγχόμενα από άλλους) Media, δεν χρειάζεσαι κάποιον άλλο ισχυρό παίκτη ώστε να τον προσεταριστείς και να αποκτήσεις πρόσβαση στο κοινό του.
Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία (μιλώ για αυτό που ζούμε τα τελευταία 10 χρόνια, και πιο έντονα τα τελευταία 4) που νέοι παίκτες σε ένα παραδοσιακό χώρο μπορούν να πάρουν τον έλεγχο της κατάστασης, να κυριαρχήσουν σε ολόκληρους κλάδους, και να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού, καθιστώντας τα χθεσινά πλεονεκτήματα των μεγάλων παικτών, σημερινά μειονεκτήματα.
Στέκομαι στο τελευταίο: η Ομπάμα κατάφερε να αποκτήσει μέσα σε ένα χρόνο όλα τα πλεονεκτήματα που η Χίλαρυ έχτιζε μία δεκαετία – λεφτά, σχέσεις, όνομα. Ξεκίνησε να χτίζει σχέσεις με τις “άκρες” του πολιτικού συστήματος (τους απλούς πολίτες, ακόμη και αυτούς που αδιαφορούσαν για την πολιτική) αντί να αγωνίζεται να καταξιωθεί στο “κέντρο” του – τα lobies και τους ισχυρούς χρηματοδότες. Πριν την εμφάνιση των Social Media δύσκολα θα ήταν εφικτή μια τέτοια στρατηγική.
Όταν η Χίλαρυ μάζευε λεφτά από μεγάλους χρηματοδότες, ο Ομπάμα απευθύνθηκε στα εκατομμύρια ανθρώπων που μπορούσαν να δώσουν μόνο 100 ή 200 δολάρια. Σας θυμίζει κάτι? Όταν η εγκυκλοπαίδεια Britannica συνέχισε να στηρίζεται στα σημαντικά μυαλά λίγων επιστημόνων, η Wikipedia στηρίχτηκε στις μικρές “συνεισφορές γνώσης” από εκατομμύρια ανθρώπους.
Ο Ομπάμα πήρε τα λεφτά (250 εκατομμύρια!) που του έδωσαν οι online -κυρίως- υποστηρικτές του, για να αγοράσει χρόνο στα Media και να προσελκύσει άλλα κοινά που έχουν μείνει ακόμα στην εποχή της τηλεόρασης. Έφτιαξε διαφημιστικά μηνύματα, κατέκλυσε τις τηλεοτπικές εκπομπές, και πήρε και αυτούς με το μέρος του. Πανέξυπνο. Στρατηγική νικητή.
Οι παίκτες που φιλοδοξούν να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού, δεν ξεκινούν παίζοντας με τους παλιούς κανόνες. Η καμπάνια του Ομπάμα έδειξε αυτό ακριβώς – την άνοδο του “ασύμμετρου ανταγωνισμού”.








June 22nd, 2008 at 19:25
Δεν είναι βέβαια έτσι απλό. Δηλαδή δεν γράφεις/ασχολείσαι με τα social media και θα γίνει το “θαύμα”. Ισχύει πάντα το να έχεις κάτι σημαντικό κι ενδιαφέρον για τον κόσμο να πεις. Η βασική ιδέα δεν αλλάζει. Στα τοπικά μας ποιός έχει κάτι διαφορετικό/ενδιαφέρον/σημαντικό να πει σε πολιτικό επίπεδο;
June 22nd, 2008 at 20:03
@sotomi ποτέ δεν υπονόησα το “απλό” που περιγραφεις. Φυσικά πρέπει κάτι να λες.
Για τα τοπικά δεν ξερω. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που λένε κάποια πράγματα κατά τη γνώμη μου, κάποιοι άλλοι μπορεί να λένε σε εσένα, μπορεί όμως κάποιοι να εμφανιστούν από το πουθενά καποια στιγμή. Όπως ο Ομπάμα.