Κώδικας ΝταΒίντσι: πως το είδα

Νίκος Δρανδάκης - Mon, May 22, 2006    

ΔΙΑΦΟΡΑ

Σάββατο βράδυ με μια απίστευτη νέκρα στους δρόμους. Λίγα αυτοκίνητα. Στα ταμεία του Village στο Μαρούσι δεν υπήρχε ψυχή! Λίγοι ήμασταν όσοι πηγαίναμε στα ειδικά μηχανήματα για ανάληψη του εισιτήριου με πιστωτική. Η αίθουσα μισογεμάτη.

Κι όλα αυτά γιατί είχαμε τον εθνικό ξεσηκωμό με τη Βίσση. Τουλάχιστον, ελπίζω να το φχαριστήθηκαν. Πάμε στην ταινία.

Δεν είμαι κριτικός, ούτε ειδικός. Την είδα σαν απλός θεατής, και σαν τέτοιος καταθέτω την άποψή μου.

Πήγα μεγάτος φόβο ότι θα δω σούπα, μετά τις κριτικές της τελευταίας στιγμής που διάβασα, αλλά προσωπικά πέρασα μια χαρά. Η ταινία βλεπόταν και είχε ενδιαφέρον.

Το μεγάλο της πρόβλημα ήταν ότι το βιβλίο και ο θόρυβος είχαν καλλιεργήσει υπερβολικές προσδοκίες. Και στο τέλος το αποτέλεσμα φάνηκε ελλειμματικό. Κατά τη γνώμη μου όμως δεν ήταν.

Το πρόβλημα με τη μεταφορά ενός τέτοιου βιβλίου είναι στην κινηματογράφηση του αφηγηματικού λόγου. Στο βιβλίο υπήρχαν πολλές αφηγήσεις, εξιστορήσεις, ερμηνείες συμβόλων, κλπ. όλες σημαντικές για την πλοκή του.

Ο Howard έπρεπε στο βαθμό του εφικτού να βάλει στην ταινία όλον αυτό το λόγο, και ταυτόχρονα να κρατήσει το ρυθμό και την ένταση σε υψηλά επίπεδα. Και ως γνωστόν, ο λόγος δεν συμβαδίζει συνήθως με τη δράση.

Και σπάνια θυμάμαι να έχει συμβεί ένα καλό (ή πολύ καλό – ανάλογα με τα γούστα) βιβλίο να μεταφερθεί ικανοποιητικά στη μεγάλη οθόνη. Θυμάμαι ότι είχα δει πρώτα στο πανί το “Όνομα του Ρόδου”. Μου άρεσε. Μετά διάβασα το βιβλίο και συγκλονίστηκα.

Και πως θα μπορούσε άλλωστε ο σκηνοθέτης να μεταφέρει όλον αυτό το λεκτικό πλούτο του βιβλίου σε ένα Μέσο που απαιτεί πρώτα απ’ όλα κίνηση και ρυθμό?

Δεν λέω ότι η ταινία είναι αριστούργημα. Θα μπορούσε πιθανότατα να μεταφέρει το κλίμα και τις αφηγήσεις της ταινίας καλύτερα. Δεν αντέχω όμως τις αφοριστικές αρνήσεις για κάτι που, ή θα είναι μεγαλειώδες ή για τα μπάζα.

Μου άρεσαν οι ιστορικές αναδρομές. Μου άρεσε ο τρόπος που έγινε η μίξη του παρελθόντος με το παρόν σε κάποιες τοποθεσίες. Μου άρεσε πολύ το τέλος της ταινίας.

Διαφωνώ με τους περισσότερους για τον Χάνκς. Πιστεύω ότι δεν έπαιξε τον εαυτό του, αλλά τον καθηγητή Λάνγκτον. Και τα πήγε μια χαρά. Περίπου έτσι τον είχα αντιληφθεί και στο βιβλίο. Η Τοτού δεν μου άρεσε. Δεν ξέρω γιατί. Δεν μου άρεσε ούτε ο Ζαν Ρενώ ως αστυνόμος Φασέ. Όσο έπαιζε τον (κλασικό για το ρεπερτόριό του ) ρόλο του αστυνομικού, τα πήγε τέλεια. Όταν αποκαλύφθηκε ο ρόλος του σαν όργανο του Επίσκοπου, αλλά και όταν απογοητεύτηκε από αυτόν, θα περίμενα κάτι δυνατότερο.

Eξαιρετικός ο Paul “Silas” Betany. Πολύ καλός κατά τη γνώμη μου και ο Ian McKellen.

Νομίζω ότι η ταινία πέτυχε το βασικό της σκοπό. Ο κόσμος στην αίθουσα παρακολούθησε την ταινία καθηλωμένος. Εισέπραξε τα μηνύματά της. Μπήκε σε μια συλλογιστική, αλλά και ένα προβληματισμό. Δεν χασμουρήθηκε.

Και αυτό είναι κάτι. Και όχι μόνο “κάτι”. Αυτό είναι το ζητούμενο.

Είμαστε τυχεροί που εμφανίζονται κάθε λίγο τέτοιες ταινίες, τέτοια βιβλία, τέτοιοι ζωγραφικοί πίνακες, τέτοιες μουσικές. Όχι για την καλλιτεχνική τους αρτιότητα, αλλά για το ότι εγείρουν θέματα. Γιατί μας βάζουν στη διαδικασία να κουβεντιάσουμε, να συγκρουστούμε ή απλώς να ανακαλύψουμε.

Και, όπως μου έλεγε ένας καλός μου φίλος προχθές… “τι να τον κάνω τον Καραβάτζιο ή τον Μιχαήλ Άγγελο? Τους είδα χιλιάδες φορές. Περιμένω ένα νέο ζωγράφο που θα μου δώσει μια ΑΛΛΗ τελείως οπτική στο μουσαμά. Κι ας διαφωνώ μαζί του. Αρκεί να κυλάει το αίμα στις φλέβες…”




buzz it!

Γράφτηκε από τον/την blogger:

Νίκος Δρανδάκης - που έχει συνολικά 981 άρθρα στο NYLON.


Επικοινώνησε με τον blogger

Ένα Σχόλιο στο “Κώδικας ΝταΒίντσι: πως το είδα”

  1. σταυρούλα Says:

    Το βιβλίο εννοείται έχει πλούτο και μπορεί να σου διεγείρει τη φαντασία, γεγονός που δεν υφίσταται στη μεταφορά του στο πανί.Το συγκεκριμένο βιβλίο είχε δράση, γρήγορες εναλλαγές, σασπένς και όλα όσα πρέπει να έχει ένα βιβλίο δράσης.Όσο αναφορά την ταινία τη βρήκα μέτρια.Έλειπε ο πλούτος και δεν ένοιωσα να με κερδίζει όπως το βιβλίο.Καλή προσπάθεια,όχι όμως τόσο καλή.

Το σχόλιο σου

CommentLuv Enabled